Όταν ακούμε τη λέξη «διαμαρτυρία», οι περισσότεροι φανταζόμαστε την ίδια εικόνα: κόσμο στον δρόμο, πανό, συνθήματα, μια πορεία προς κάποιο κτίριο.
Είναι μια μορφή που γνωρίζουμε καλά. Τη βλέπουμε χρόνια. Και αναρωτιέμαι όλο και συχνότερα αν έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ την εικόνα της, που ξεχνάμε να ψάξουμε άλλους τρόπους να εκφράσουμε τη διαφωνία μας.
Γιατί μπορώ να διαμαρτυρηθώ και μέσα από μια αγορά που δεν θα κάνω. Μια εργασία από την οποία θα απέχω. Μια διαδικασία στην οποία θα συμμετάσχω μαζί με άλλους. Μια συνήθεια που θα σταματήσω να προσφέρω ως δεδομένη.
Με ενδιαφέρουν τρόποι που μπορούν να σταθούν από μόνοι τους, χωρίς να χρειάζεται να κατέβουμε σε πορεία.
Να σταματήσουμε να αγοράζουμε
Το μποϊκοτάζ είναι ίσως το πιο κατανοητό παράδειγμα. Διαφωνούμε με μια συγκεκριμένη πρακτική μιας εταιρείας και επιλέγουμε συλλογικά να μη χρηματοδοτούμε άλλο αυτή τη σχέση.
Αφήνουμε το προϊόν στο ράφι. Δεν ανανεώνουμε τη συνδρομή. Επιλέγουμε άλλη υπηρεσία.
Η διαμαρτυρία εδώ εμφανίζεται στις συναλλαγές που λείπουν. Για να αποκτήσει βάρος, χρειάζεται αρκετούς ανθρώπους, σαφές αίτημα και διάρκεια. Και χρειάζεται να μπορεί ο κόσμος να ζήσει χωρίς αυτό που αφήνει, βρίσκοντας μια πραγματική εναλλακτική.
Στο μποϊκοτάζ των λεωφορείων στο Μοντγκόμερι το 1955–1956, οι συμμετέχοντες οργάνωσαν κοινές μετακινήσεις και συνέχισαν να απέχουν από τα λεωφορεία ενώ εξελισσόταν και η δικαστική διεκδίκηση. Η αλλαγή της καθημερινής τους συμπεριφοράς ήταν βασικό μέρος της πίεσης. National Park Service — Montgomery Bus Boycott.
Αυτό μου φαίνεται ουσιαστικό: να ξέρουμε τι ζητάμε και ποια αλλαγή θα μας έκανε να επιστρέψουμε. Η επιλογή αποκτά κατεύθυνση.
Να χρησιμοποιήσουμε μαζικά τις διοικητικές διαδικασίες
Μια διαφορετική σκέψη είναι να μεταφερθεί η διαμαρτυρία μέσα στις διαδικασίες του κράτους. Πολλοί άνθρωποι να ασκήσουν συντονισμένα ένα δικαίωμα που συνήθως χρησιμοποιείται ατομικά, δημιουργώντας μια παρουσία που φτάνει ως το γραφείο και τον φάκελο.
Η ιδέα μιας μαζικής αλλαγής ονόματος ανήκει σε αυτή τη λογική: ένα ασυνήθιστο, κοινό αίτημα που θα έκανε τη διαμαρτυρία ορατή στη διοίκηση. Το βλέπω ως ιδέα προς εξέταση, όχι ως δοκιμασμένη μέθοδο ή ως μια απλή κίνηση χωρίς συνέπειες για όποιον συμμετέχει.
Εδώ θα έβαζα ένα όριο. Θέλω πραγματικά, θεμιτά αιτήματα. Η σκόπιμη παραγωγή προσχηματικής δουλειάς μέχρι να καταρρεύσει μια υπηρεσία μπορεί να αφήσει στην αναμονή τον επόμενο πολίτη. Αυτό το κόστος χρειάζεται να το βλέπουμε πριν διαλέξουμε τη δράση μας.
Υπάρχουν πιο ουσιαστικές εκδοχές της ίδιας μαζικότητας: συλλογικές αναφορές για ένα πραγματικό πρόβλημα, τεκμηριωμένες ενστάσεις όπου προβλέπονται, συμμετοχή σε διαβουλεύσεις και πρωτοβουλίες πολιτών. Η δράση γίνεται μέσα στη διαδικασία, με κοινό περιεχόμενο και συγκεκριμένο αίτημα.
Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών είναι ένας τέτοιος θεσμικός δρόμος. Εφόσον καλυφθούν οι προϋποθέσεις υπογραφών, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει την πρωτοβουλία και να απαντήσει, χωρίς να υποχρεώνεται να προτείνει νόμο. Η μαζική συμμετοχή αποκτά έναν ορισμένο αποδέκτη και μια διαδικασία απάντησης. Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών — πώς λειτουργεί.
Να απέχουμε μαζί από την εργασία
Μια οργανωμένη στάση εργασίας μπορεί να είναι η ίδια η διαμαρτυρία. Δεν προϋποθέτει ότι όλοι θα συγκεντρωθούν σε έναν δρόμο. Η κοινή πράξη είναι η αποχή.
Στην Ισλανδία, το 1975, γυναίκες απείχαν από την αμειβόμενη εργασία και τις οικιακές υποχρεώσεις τους. Η απουσία αυτής της καθημερινής συνεισφοράς έκανε ορατό το βάρος της. Αρχείο Ιστορίας των Γυναικών της Ισλανδίας — Women's Day Off 1975.
Η σκέψη είναι απλή: κάτι λειτουργεί κάθε μέρα επειδή κάποιοι το κάνουν να λειτουργεί. Όταν αυτοί οι άνθρωποι απέχουν συλλογικά, η συμβολή τους γίνεται δύσκολο να αγνοηθεί.
Το δύσκολο κομμάτι είναι η οργάνωση. Να γνωρίζουν οι συμμετέχοντες το πλαίσιο, να υπάρχει στήριξη για όσους χάνουν εισόδημα και φροντίδα για ανθρώπους που εξαρτώνται από κρίσιμες υπηρεσίες. Η δυνατότητα να διαμαρτύρεσαι πρέπει να χωράει και εκείνον που δυσκολεύεται να χάσει ένα μεροκάματο.
Να αποσύρουμε την προσοχή μας
Στο διαδίκτυο προσφέρουμε κάτι ακόμα και όταν δεν πληρώνουμε: χρόνο, προβολές, συμμετοχή.
Μια συντονισμένη αποχή από μια πλατφόρμα μπορεί να γίνει μορφή διαμαρτυρίας για μια συγκεκριμένη πολιτική της. Να σταματήσουμε να αναρτούμε, να μεταφέρουμε τη συζήτησή μας αλλού, να επιλέξουμε να μη δίνουμε καθημερινά την παρουσία μας εκεί.
Είναι συγγενικό με το μποϊκοτάζ, με επίκεντρο τη συνήθεια και την προσοχή. Η δύναμή του θα εξαρτηθεί από τη συμμετοχή, τη διάρκεια και το πόσο απαραίτητη θεωρεί η πλατφόρμα τη συγκεκριμένη κοινότητα. Δεν είναι εγγυημένο ότι θα αλλάξει κάτι.
Έχει όμως μια συνέπεια που με ενδιαφέρει: η διαφωνία μου φαίνεται και στη χρήση που κάνω. Χρειάζεται, βέβαια, να έχω φροντίσει έναν άλλον τρόπο επικοινωνίας με τους ανθρώπους που θέλω να κρατήσω κοντά μου.
Να κάνουμε μια κοινή κίνηση από τον χώρο μας
Μπορεί επίσης να υπάρξει μαζική διαμαρτυρία χωρίς κοινό σημείο συνάντησης.
Ένα κοινό σύμβολο στα μπαλκόνια. Ένα χρώμα που επιλέγουμε να φορέσουμε μια συγκεκριμένη μέρα. Μια συντονισμένη συμβολική κίνηση στον χώρο μας, με καθαρό μήνυμα.
Σε αυτή την περίπτωση η συμμετοχή διασκορπίζεται μέσα στην πόλη. Μπορεί να χωρέσει ανθρώπους που δυσκολεύονται να μετακινηθούν, που φροντίζουν κάποιον ή που απλώς δεν θέλουν να βρεθούν μέσα σε πλήθος.
Μια τέτοια δράση δημιουργεί κυρίως ορατότητα. Δεν θα της απέδιδα από μόνη της τη δύναμη να ανατρέψει μια απόφαση. Μπορεί όμως να κάνει μια κοινή θέση αναγνωρίσιμη, χωρίς να χρειαστεί μια πορεία για να φανεί πόσοι τη μοιράζονται.
Να διαλέγουμε πού θέλουμε να φτάσει η διαφωνία
Αυτό ψάχνω στους εναλλακτικούς τρόπους διαμαρτυρίας: μια σύνδεση ανάμεσα σε αυτό που κάνουμε και σε αυτό που θέλουμε να αλλάξει.
Η αγορά που σταματάει φτάνει σε μια εταιρεία. Η συλλογική αποχή κάνει ορατή μια εργασία. Η θεσμική συμμετοχή βάζει ένα αίτημα σε μια συγκεκριμένη διαδικασία. Μια κοινή συμβολική πράξη κάνει μια θέση ορατή στους γύρω μας.
Καθένας από αυτούς τους τρόπους έχει όρια και κόστος. Αξίζει να τους σκεφτόμαστε με συγκεκριμένο σκοπό, αντί να θεωρούμε αυτονόητο ότι κάθε διαφωνία πρέπει να πάρει την ίδια μορφή.
Μπορούμε να διαμαρτυρηθούμε και μέσα από όσα επιλέγουμε συλλογικά να αγοράζουμε, να προσφέρουμε, να χρησιμοποιούμε ή να σταματήσουμε να κάνουμε.