Δύο άνθρωποι που κάποτε γνωρίζονταν καλά περνάνε αντικριστά στον δρόμο. Ο ένας βλέπει τον άλλον από μακριά. Και οι δύο, την ίδια ακριβώς στιγμή, βρίσκουν κάτι πολύ ενδιαφέρον να κοιτάξουν αλλού. Δεν είναι αμηχανία. Είναι συνεννόηση. Χωρίς να πει κανείς λέξη, συμφωνούν και οι δύο ότι δεν θα χαιρετηθούν. Και προχωράνε. Και συνήθως δεν έχει προηγηθεί καβγάς Αυτό είναι το περίεργο με τις σχέσεις που σβήνουν: δεν υπάρχει στιγμή που να μπορεί κανείς να τη δείξει. Δεν ειπώθηκε κάτι που δεν μαζεύτηκε. Δεν υπήρξε προδοσία, ούτε καν παρεξήγηση. Αν ρωτηθούν και οι δύο τι έγινε, κανείς δεν έχει να απαντήσει κάτι συγκεκριμένο. Κάποια στιγμή τα μηνύματα αραίωσαν. Μετά έγιναν αντιδράσεις σε stories. Μετά τίποτα. Κανείς δεν το αποφάσισε. Έγινε μόνο του, και το άφησαν να γίνει. Πότε ακριβώς γίνεται κάποιος άγνωστος Υπάρχει ένα σημείο που δεν φαίνεται από μέσα. Είναι η στιγμή της σκέψης «να του στείλω», και αμέσως μετά της σκέψης «και τι να του πω τώρα, μετά από τόσο καιρό». Το μήνυμα δεν στέλνεται. Η δεύτερη σκέψη είναι όλη η ιστορία. Δεν είναι ότι λείπει η διάθεση. Είναι ότι η σιωπή έχει μαζέψει βάρος , και το να σπάσει μοιάζει πια με γεγονός αντί για ένα απλό μήνυμα. Όσο περνάει ο καιρός, το βάρος μεγαλώνει. Και κάποια μέρα οι δύο περνάνε αντικριστά και κοιτάνε και οι δύο τη βιτρίνα. Μετά τον κόβιντ κάτι δεν ξεμαθεύτηκε Δεν πρόκειται για εντύπωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέτρησε τη μοναξιά στην Ευρώπη το 2016, και ξανά στους πρώτους μήνες της πανδημίας. Το ποσοστό όσων ένιωθαν μόνοι συχνά διπλασιάστηκε. Και στη μεγάλη έρευνα του 2022, με πάνω από 25.000 συμμετέχοντες, περίπου ένας στους οκτώ Ευρωπαίους ένιωθε μόνος τον περισσότερο ή όλο τον καιρό — με την Ελλάδα ανάμεσα στις τέσσερις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά. Για δύο χρόνια η δουλειά γινόταν από το σπίτι. Τα ψώνια έρχονταν στην πόρτα. Οι παρέες έγιναν κλήσεις, και μετά ούτε κλήσεις. Η πανδημία δίδαξε κάτι πολύ πρακτικό: ότι μπορεί κανείς να μη δει άνθρωπο για βδομάδες και να μην πάθει απολύτως τίποτα. Και όταν άνοιξαν ξανά όλα, δεν γύρισαν όλοι. Σε κάποιους η απόσταση είχε βολέψει. Η εντύπωση της επαφής Το ύπουλο είναι ότι δεν μοιάζει με απώλεια. Ο ένας ξέρει πού πήγε διακοπές ο άλλος. Είδε ότι άλλαξε δουλειά. Πάτησε καρδούλα στη φωτογραφία με το μωρό. Το κινητό δίνει όλη την πληροφορία μιας σχέσης και τίποτα από τη σχέση . Και επειδή η πληροφορία είναι εκεί, δεν χτυπάει κανένα καμπανάκι. Δεν λείπει κανείς — απλώς δεν υπάρχει πια κανείς. Δεν είναι κακία, είναι κόστος Η εξήγηση δεν χρειάζεται να είναι ψυχολογική. Το να μη χαιρετήσει κανείς δεν κοστίζει τίποτα . Δεν έχει καμία συνέπεια, κανείς δεν ζητάει τον λόγο, τίποτα δεν σπάει εκείνη τη στιγμή. Η άλλη επιλογή — ο χαιρετισμός, το άβολο μήνυμα — έχει μικρό αλλά υπαρκτό κόστος: την πιθανότητα να μην απαντηθεί. Ανάμεσα σε κάτι που κοστίζει μηδέν και σε κάτι που κοστίζει λίγο, το μηδέν κερδίζει μόνο του, κάθε φορά, χωρίς να το αποφασίσει κανείς. Οι σχέσεις που κρατάνε Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο στις φιλίες που αντέχουν στον χρόνο, και δεν είναι η οικειότητα ούτε τα κοινά ενδιαφέροντα. Είναι ότι κάποιος έκανε την πρώτη κίνηση όταν η σιωπή είχε κρατήσει αρκετά. Έστειλε το άβολο μήνυμα. Είπε «πάει καιρός» χωρίς να το κάνει παράπονο. Σε κάθε σχέση που κράτησε, κάποιος δέχτηκε να φανεί ότι του έλειψε ο άλλος πρώτος. Το μισό δευτερόλεπτο Ένα κείμενο δεν αλλάζει πώς ζει ο κόσμος, και δεν το επιχειρεί. Αξίζει όμως να ειπωθεί ότι εκείνο το μισό δευτερόλεπτο που το βλέμμα πάει αλλού είναι απόφαση , ακόμα κι όταν δεν μοιάζει με απόφαση. Και ότι η άλλη επιλογή — ένα «γεια» — κοστίζει ακριβώς το ίδιο μισό δευτερόλεπτο. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να μην απαντηθεί. Το καλύτερο είναι δύο άνθρωποι να σταματήσουν για πέντε λεπτά στο πεζοδρόμιο και να θυμηθούν γιατί ήταν φίλοι. Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Joint Research Centre — EU Loneliness Survey 2022. Φωτογραφία: Marta Esteban Fernando / Unsplash.