Κάποιος βλέπει μια φωτογραφία. Του αρέσει. Το δάχτυλο πάει προς την καρδούλα. Και σταματάει. Όχι επειδή άλλαξε γνώμη για τη φωτογραφία — επειδή πρόλαβε να σκεφτεί ποιος θα το δει. Το βλέμμα σβήνεται, το like μένει Έξω, η προσοχή είναι φθαρτή. Κοιτάς κάποιον και το βλέμμα τελειώνει εκεί. Δεν καταγράφεται, δεν προωθείται, δεν εμφανίζεται σε μια συζήτηση τρεις μήνες μετά. Κι αν κάποιος ρωτήσει, υπάρχει πάντα το «δεν κοιτούσα». Το like δεν είναι βλέμμα. Είναι υπογραφή. Έχει όνομα, έχει ώρα, φτάνει ως ειδοποίηση — μήνυμα που στάλθηκε, όχι ματιά που δόθηκε. Και μένει εκεί. Ό,τι αφήνει αρχείο μπορεί αργότερα να παρουσιαστεί ως αποδεικτικό. Και δεν εξηγεί τίποτα Το 2009, όταν το Facebook ήταν ακόμα καινούργιο, τρεις ερευνητές ρώτησαν 308 ανθρώπους για τη ζήλια και τα κοινωνικά δίκτυα. Το εύρημα δεν ήταν ότι ο κόσμος βλέπει πράγματα που δεν θα έπρεπε — ήταν ότι βλέπει πράγματα που δεν εξηγούνται . Ένα like λέει ότι κάτι συνέβη. Δεν λέει τι. Αν ο άλλος πέτυχε τη φωτογραφία τυχαία ή την έψαξε, αν σκέφτηκε κάτι ή τίποτα. Και η ασάφεια δεν αφήνεται ήσυχη: ζητάει ερμηνεία, και η ερμηνεία ζητάει κι άλλο ψάξιμο. Γιατί κερδίζει η σιωπή Το like δεν κοστίζει τίποτα να δοθεί. Μπορεί όμως να κοστίσει αρκετά να εξηγηθεί. Μηδενικό όφελος, μικρό αλλά υπαρκτό ρίσκο — η λογική απάντηση είναι να μη γίνει . Και εδώ είναι το περίεργο: όσο λιγότεροι αντιδρούν, τόσο περισσότερο ξεχωρίζει όποιος αντιδράσει. Σε φωτογραφία με τριακόσια like, ένα ακόμα δεν σημαίνει τίποτα. Σε μια με έξι, σημαίνει. Η σιωπή των πολλών φόρτωσε με νόημα την κίνηση των λίγων — και έτσι έγινε πέσιμο κάτι που ήταν απλώς ένα πάτημα. Τι χάνεται Το like ήταν, για ένα διάστημα, το φθηνότερο μήνυμα που φτιάχτηκε ποτέ: σε είδα, υπάρχω ακόμα, δεν χρειάζεται να πούμε κάτι. Το ψηφιακό νεύμα στον δρόμο — και δούλευε ακριβώς επειδή δεν σήμαινε τίποτα βαρύ. Από τη στιγμή που άρχισε να σημαίνει, έπαψε να είναι χρήσιμο. Οπότε το «πώς φτάσαμε εδώ» μάλλον δεν απαντιέται με «ο κόσμος έγινε καχύποπτος». Η προσοχή έπαψε να είναι φθαρτή. Μόλις κάτι καταγράφεται μπορεί να χρησιμοποιηθεί· και μόλις μπορεί να χρησιμοποιηθεί, σταματάει να δίνεται. Εκείνο το δευτερόλεπτο που διστάζει το δάχτυλο δεν είναι ούτε ευγένεια ούτε ντροπή. Είναι κάποιος που υπολογίζει ρίσκο — για μια καρδούλα. Πηγή: Muise, Christofides & Desmarais, «More Information than You Ever Wanted», CyberPsychology & Behavior (2009).